- καθεψιάομαι
- καθ-εψιάομαι, verspotten, illudere
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
καθεψιόωνται — καθεψιάομαι mock at pres subj mp 3rd pl (epic) καθεψιάομαι mock at pres ind mp 3rd pl (epic) καθεψιάομαι mock at pres subj mp 3rd pl (epic) καθεψιάομαι mock at pres ind mp 3rd pl (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καθεψιᾶσθαι — καθεψιάομαι mock at pres inf mp καθεψιάομαι mock at pres inf mp … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)